κίκυς

κῑκυς, ἡ (Α)
(ποιητ. τ.) δύναμη, ενεργητικότητα («σοὶ δ' οὐκ ἔνεστι κῑκυς οὐδ' αἱμόρρυτοι φλέβες» — δεν έχεις δύναμη μέσα σου ούτε τρέχει στις φλέβες σου αίμα, Αισχύλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η λ. είναι πιθ. προελληνικής προελεύσεως, ενώ, κατ' άλλους, προέρχεται από ένα επίθ. *κικFός «ισχυρός», που σχηματίστηκε πιθ. από κύρια ον., είναι όπως τα Κῖκος, Κίκων, Κίκκων].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κῖκυς — strength fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κίκυς — κί̱κῡς , κῖκυς strength fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • k̂āk-1 : k̂ǝk-, probably k̂ā(i)k- : k̂īk- —     k̂āk 1 : k̂ǝk , probably k̂ā[i]k : k̂īk     English meaning: to jump, spring out     Deutsche Übersetzung: ‘springen, hervorsprudeln, kräftig sich tummeln”     Note: (with k̂ǝk as ablaut neologism from k̂ük )     Material: Gk. κηκίω… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • άκικυς — ἄκικυς ( υος), ο, η (Α) [κῑκυς] αδύνατος, εξασθενημένος …   Dictionary of Greek

  • κικύω — (Α) [κίκυς] είμαι δυνατός, έχω δύναμη …   Dictionary of Greek

  • κίκυος — κί̱κυος , κῖκυς strength fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.